προσαύξηση

προσαύξηση
[-ις (-εως)] η увеличение, прибавление; повышение; рост

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "προσαύξηση" в других словарях:

  • προσαύξηση — η / προσαύξησις, ήσεως, ΝΜΑ [προσαυξάνω] πρόσθετη αύξηση, επαύξηση νεοελλ. ό,τι προστίθεται, ιδίως χρηματικό ποσό, για επαύξηση («δόθηκε προσαύξηση στον μισθό τών δημοσίων υπαλλήλων αυτόν τον μήνα») αρχ. η διαδοχική επαύξηση στο μέγεθος τών… …   Dictionary of Greek

  • προσαύξηση — η 1. η πράξη του προσαυξάνω, η αύξηση. 2. αυτό που προστίθεται για επαύξηση: Η προσαύξηση του βασικού μισθού για κάθε τριετία στο βαθμό είναι 10% …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αέρας — Όρος με πολλές ερμηνείες και χρήσεις. Ο άνεμος που δεν είναι πολύ δυνατός. Τo κλίμα ενός τόπου και μεταφορικά το ψυχολογικό κλίμα. Η εξωτερική εμφάνιση, το ύφος, το παρουσιαστικό. Η τόλμη, η αλαζονεία, η αυθάδεια. Έκφραση της ψυχικής διάθεσης. Η… …   Dictionary of Greek

  • προσαυξητικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που επιφέρει προσαύξηση 2. αυτός που γίνεται για προσαύξηση. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσαύξησις. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • αβγάτιση — η [αβγατίζω] 1. αύξηση, πολλαπλασιασμός 2. η επιπλέον προσθήκη, προσαύξηση, επαύξηση 3. αύξηση τής τιμής, υπερτίμηση τής αξίας ενός πράγματος 4. πλειοδοσία …   Dictionary of Greek

  • αβγάτισμα — το [αβγατίζω] 1. η επιπλέον προσθήκη, επαύξηση, μεγάλωμα, πολλαπλασιασμός 2. πρόσθετο κομμάτι υφάσματος, τσόντα 3. αυτό που προήλθε από προσθήκη, προσαύξηση, πλεόνασμα 4. το παιχνίδι αβγατιστή* …   Dictionary of Greek

  • διαθήκη — (Νομ.). Έγγραφο με το οποίο ένα πρόσωπο (διαθέτης) ορίζει ότι η περιουσία του ως σύνολο ή κατά ποσοστά (κληρονομιά) θα περιέλθει μετά τον θάνατό του σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμους). Για να είναι έγκυρη η δ. πρέπει να αποτελεί έκφραση… …   Dictionary of Greek

  • επίναυλος — ο προσαύξηση του ναύλου που εισπράττει ο εφοπλιστής, η κάπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»